Θέατρο - Το δέντρο που ματώνει (2026)
"Το δέντρο που ματώνει" του Άνγκους Τσερίνι, μετάφραση: Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου, σκηνοθεσία: Αλέξιος Κοτσώρης, πρωταγωνιστούν: Αντιγόνη Κουλουκάκου, Πένυ Διονυσιώτη, Καλλιόπη Πετροπούλου.
Η βία που μεταδίδεται σαν ιός. Η φύση που εξαγνίζει το κακό. Τρεις γυναίκες, μητέρα και κόρες, γύρω από ένα δέντρο στη μέση του πουθενά, παρακολουθούν το άψυχο σώμα του πατέρα που σκότωσαν από κοινού να εξαφανίζεται μπροστά από τα μάτια τους, αποζητώντας τη λύτρωση και τη λησμονιά από τη βία που τους ασκούσε καθημερινά για όλη τους τη ζωή μαζί. Και κάπου εκεί, φωλιάζει και η συμπαράσταση, από ανθρώπους άγνωστους, που απλά συναντιόντουσαν συχνά, και οι οποίοι ξεπλένουν τη δική τους ενοχή, καθώς γνώριζαν, αλλά δεν μιλούσαν.
Παράξενη χώρα η Αυστραλία. Παράξενη κι η Τέχνη της. Είναι η σκληράδα του τοπίου, η σκληράδα της ζωής των πρώτων ανθρώπων που πάτησαν το πόδι τους εκεί, και μαζί όλος αυτός ο τούμπα κόσμος που γιορτάζει τα Χριστούγεννα με θερμοκρασίες που για εμάς σημαίνουν διακοπές στις Κυκλάδες και που φτιάχνουν χιονάνθρωπους όταν εμείς λιαζόμαστε. Είναι κι αυτοί οι παράξενοι, "βασιλικοί" δεσμοί που κρατούν ενωμένη μια τόσο αλαργινή χώρα με την Ευρώπη, χωρίς ποτέ να είναι ξεκάθαρη η ταυτότητά της. Είναι κι οι θρύλοι των Αβορίγινων που με κάποιον τρόπο έχουν παντρευτεί με τον γοτθικό λόγο της Δύσης κι έχουν πλάσει σύμπαντα σκοτεινά και μια ατμόσφαιρα απειλής που πλανάται επάνω από την απεραντοσύνη του τοπίου. Κι είναι όλα αυτά και μαζί το "down under" της παραλλήλου κάτω από τον Ισημερινό που κάνει τη ματιά των αυστραλών δημιουργών να κοιτάζει με βλέμμα αντίστροφο από το δικό μας και να συνάγει συμπεράσματα οικεία μα και αντεστραμμένα, σαν επιδαπέδιος καθρέφτης που ναι μεν δείχνει το δικό μας είδωλο, αλλά από μια οπτική που δεν έχουμε ξαναδεί. Θυμηθείτε το σινεμά του Πήτερ Γουίρ, αναπολήστε τον ρομαντισμό της Τζέην Κάμπιον, τη δυστοπία του Τζωρτζ Μίλλερ, τη φαντασμαγορία του Μπαζ Λέρμαν και κάπως έτσι θα νιώσετε στο πετσί σας τι σημαίνει Αυστραλία.
Αυτή τη δυστοπική και συνάμα λυρική στα όρια αρχαίας ελληνικής τραγωδίας χώρα αποτυπώνει με τον εξαιρετικό του λόγο ο Άνγκους Τσερίνι, στο "Δέντρο που ματώνει", το οποίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη σκηνή του θεάτρου Αγγέλων Βήμα, που φέτος έχει αφιερώσει την καλλιτεχνική του σαιζόν στη μακρινή χώρα. Ο έμπειρος και υψηλής αισθητικής Αλέξιος Κοτσώρης αναλαμβάνει να μετουσιώσει τη λυρική τραγωδία επί σκηνής, επιτελώντας έργο δύσκολο αλλά ουσίας και σκηνοθετικής ακροβασίας. Μόνο να θαυμάσεις μπορείς τον τρόπο που ενσάρκωσε σε ανθρώπινη μορφή αυτές τις τρεις γυναίκες-πνεύματα στην πιο ακραία στιγμή της ζωής τους και συνάμα στην πιο ακραία στιγμή της ανθρώπινης ύπαρξης. Μέσα στο σκηνικό περιβάλλον που οραματίστηκε εμπνευσμένα η Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου και το οποίο μοιάζει να βγήκε από μαγεμένο πίνακα ζωγραφικής και με την αρωγή του συνήθη υπόπτου Φάνη Κακοσαίου στη μουσική και του Γιώργου Γιαννίτη στους φωτισμούς, ο Αλέξιος Κοτσώρης μεταφράζει σε μυστικιστική λειτουργία την ίδια τη βία που κατατρώει τα σωθικά -κυριολεκτικά- εξαϋλώνοντας μορφές, χρόνο και χώρο, που θυμίζει πύλες ορθάνοιχτες ενός άλλου κόσμου, οικείου αλλά και αλαργινού, όπως ακριβώς η Αυστραλία.
Σε μοναδικής υφής σύμπραξη οι τρεις ηθοποιοί επί σκηνής υπερβαίνουν ρόλο, υπόσταση και έκφραση, σαν στοιχειά θρύλων παντοτινών και μαζί γυναικείος χορός που θρηνεί και στροβιλίζεται ακίνητος γύρω από τη φλόγα που καθαίρει. Ψυχές που αποζητούν τη λησμονιά και την ελευθερία, δαιμονισμένες από το κακό που έζησαν και από τους ανθρώπους που συναντούν και οι τρεις πρωταγωνίστριες αλλά και η κάθε μια ξεχωριστά αποκτούν αυτονομία τη στιγμή που γίνονται ένα, σαν σάρκα που γεννήθηκε από την ίδια σάρκα και που ενώνεται με τη σάρκα εκείνου που τους έφερε μαζί, σε μια αιώνια τελετουργία που φυτρώνει από τη ρίζα του ανθρώπου επί τις γης, προτού την επιτάξουν θεοί και δαίμονες ξενόφερτοι.
Η Αντιγόνη Κουλουκάκου ξεφτίζει με κάθε λέξη, αφήνοντας τα κομμάτια της στην αιωνόβια φλόγα, μπροστά στους θεατές, βασανισμένη γυναίκα αλλά και εκδικητής, θύμα και θύτης αλλά και λέαινα που προφυλάσσει τα κουταβάκια της. Με το βλέμμα να σε καρφώνει ακόμα και πίσω από τις τούφες των μαλλιών που σκεπάζουν το πρόσωπό της και με φωνή τραγουδιστή σχεδόν, που μοιάζει να ψελλίζει θρήνο ή κα τραγούδι χαράς, αφήνεται στην ροή του κειμένου και του άυλου τοπίου, έως ότου γίνεται ένα με την ιστορία, σβήνοντας την αίθουσα από το οπτικό σου πεδίο. Αγρίμι βγαλμένο από τις παρυφές του χρόνου η Πένυ Διονυσιώτη, παίζει με μια αξιοθαύμαστη ορμή που την ντύνει με έναν φόβο παιδικό, αλλόκοτο, παιδί της ίδιας μάνας αλλά και ύπαρξη αυτόνομη, που κομπάζει για το κατόρθωμά της και που αποζητά μιαν αγκαλιά. Στον αντίποδα η Καλλιόπη Πετροπούλου, παιδί κι αυτή της ίδιας μάνας και αντεστραμμένος καθρέφτης της αδελφής της, αφήνει να αναβλύσει από το σώμα του φοβισμένου, μικρότερου παιδιού, μια δύναμη ανυπέρβλητη και ένα εκφραστικό φορτίο που σπρώχνει τον φόβο στη φωτιά και που ανυψώνει τη φωνή στα κατάβαθα του ουρανού, που αντεστραμμένος κι αυτός, κρατάει χαμηλά τα όρνεα που ανεβαίνουν στην κορυφή του θρήνου και της ανίερης γαλήνης.
Η Αντιγόνη Κουλουκάκου ξεφτίζει με κάθε λέξη, αφήνοντας τα κομμάτια της στην αιωνόβια φλόγα, μπροστά στους θεατές, βασανισμένη γυναίκα αλλά και εκδικητής, θύμα και θύτης αλλά και λέαινα που προφυλάσσει τα κουταβάκια της. Με το βλέμμα να σε καρφώνει ακόμα και πίσω από τις τούφες των μαλλιών που σκεπάζουν το πρόσωπό της και με φωνή τραγουδιστή σχεδόν, που μοιάζει να ψελλίζει θρήνο ή κα τραγούδι χαράς, αφήνεται στην ροή του κειμένου και του άυλου τοπίου, έως ότου γίνεται ένα με την ιστορία, σβήνοντας την αίθουσα από το οπτικό σου πεδίο. Αγρίμι βγαλμένο από τις παρυφές του χρόνου η Πένυ Διονυσιώτη, παίζει με μια αξιοθαύμαστη ορμή που την ντύνει με έναν φόβο παιδικό, αλλόκοτο, παιδί της ίδιας μάνας αλλά και ύπαρξη αυτόνομη, που κομπάζει για το κατόρθωμά της και που αποζητά μιαν αγκαλιά. Στον αντίποδα η Καλλιόπη Πετροπούλου, παιδί κι αυτή της ίδιας μάνας και αντεστραμμένος καθρέφτης της αδελφής της, αφήνει να αναβλύσει από το σώμα του φοβισμένου, μικρότερου παιδιού, μια δύναμη ανυπέρβλητη και ένα εκφραστικό φορτίο που σπρώχνει τον φόβο στη φωτιά και που ανυψώνει τη φωνή στα κατάβαθα του ουρανού, που αντεστραμμένος κι αυτός, κρατάει χαμηλά τα όρνεα που ανεβαίνουν στην κορυφή του θρήνου και της ανίερης γαλήνης.
Αγγέλων Βήμα
Παραστάσεις: Παρασκευή στις 20:00, Σάββατο στις 18:00
Για περισσότερες κριτικές ταινιών, θεατρικών παραστάσεων, τηλεοπτικών σειρών και παρουσιάσεις κινηματογραφικών αιθουσών, ακολουθήστε μας στο Instagram.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου