Θέατρο - Άβυσσος (2025)
"Άβυσσος", σύλληψη-κείμενο-σκηνοθεσία: Ελεάνα Γεωργούλη, πρωταγωνιστούν: Στάθης Αποστόλου, Μαρία Αλεξοπούλου, Ελεάνα Γεωργούλη, Χάρης Καρύδης, Νίκος Μήλιας, Ρόζα Προδρόμου.
Σε ένα σχετικά σύντομο μέλλον, ο κόσμος μας όπως τον γνωρίζουμε έχει καταρρεύσει. Πόλεμοι, υπερ-εκμετάλλευση των πόρων και δραματικές αλλαγές στο κλίμα έχουν κάνει τον πλανήτη σχεδόν ακατοίκητο. Μοναδική ελπίδα η νήσος Arcadia, που φαντάζει σαν μια νέα κιβωτός και Γη της Επαγγελίας, ένας τόπος όπου η ζωή συνεχίζεται σε συνθήκες ιδανικές από κάθε άποψη, πλούσιος σε φαγητό και οξυγόνο, λειτουργικός ως προς τη δικαιοσύνη και την ισονομία. Μόνο που αυτός ο επίγειος παράδεισος δεν είναι ανοιχτός σε όλους. Για να φτάσει κάποιος ως εκεί πρέπει πρώτα να περάσει από το κολαστήριο της βραχονησίδας Άβυσσος και να υποστεί μια σειρά από ψυχολογικές και σωματικές ασκήσεις που θα κρίνουν εάν είναι κατάλληλος να δεχθεί την ευλογημένη ζωή της Arcadia. Άνθρωποι απελπισμένοι, τσακισμένοι, πεινασμένοι, με ελάχιστες ή καθόλου μνήμες από τον παλιό κόσμο, έρπουν με την ύστατη δύναμη που τους έχει απομείνει στις πύλες της Αβύσσου, έτοιμοι να υποστούν τα πάντα, στην υπόσχεση μιας παραδεισένιας ζωής, η οποία ουδείς γνωρίζει αν όντως υπάρχει.
Μου είχε αρέσει πολύ ο "Περιοδεύων θίασος" της Ελεάνας Γεωργούλη πριν από δύο και κάτι χρόνια, τόσο για τη σύλληψη της ιδέας όσο και για την εξαιρετική αισθητική του, που μεταμόρφωνε διαρκώς τους ηθοποιούς και το σχεδόν κενό της σκηνής, μετατρέποντας τα πάντα σε αφηγηματικό καμβά εντός ενός πλαισίου αφαιρετικού που έβριθε συμβολισμών και περιεχομένου. Όπως ήταν φυσικό, από την πρώτη κιόλας ανακοίνωση για την "Άβυσσο", τη φετινή της παράσταση που φιλοξενείται στον άκρως εντυπωσιακό χώρο του ΠΛΥΦΑ (που είναι σκηνικό από μόνος του), ανυπομονούσα πραγματικά, δεδομένης κιόλας της ιδιαίτερης κεντρικής ιδέας. Ένας επί πλέον λόγος της ανυπομονησίας μου ήταν και η συμμετοχή στο εγχείρημα του Νίκου Μήλια, τον οποίο είχα την ευκαιρία να θαυμάσω στην κατά Αντόνιο Λατέλα εκδοχή του "Γυάλινου Κόσμου" στη Φρυνίχου. Για να μην μακρηγορώ, η προσμονή μου δικαιώθηκε, αφού λίγες ημέρες πριν είχα τη ευκαιρία να βυθιστώ σε αυτή την "Άβυσσο" εξωστρέφειας, παλμού, ζωογόνου πάθους, βίαιου ερωτισμού, ρυθμού, απελπισίας και σαρκικής οδύνης.
Οφείλω πάντως να είμαι τίμιος και ξεκάθαρος, τόσο απέναντι στην παράσταση όσο και σε εσάς που αφιερώνετε τον χρόνο σας για να διαβάσετε αυτές τις γραμμές. Η "Άβυσσος" μου άρεσε αλλά αυτό είναι εντελώς υποκειμενική άποψη. Ήταν η κατάλληλη στιγμή που ήρθε να συναντήσει την κατάλληλη διάθεση και να μιλήσει σε αυστηρά προσωπικές ευαισθησίες, πατώντας σε ιδιαίτερες συναισθηματικές χορδές. Αυτή όμως είναι και η μαγεία της, καθώς ξεκάθαρα δεν πρόκειται για μια παράσταση που αφορά τους πάντες, με τον ίδιο τον πυρήνα της να εξαρτάται από μια ιδέα πολύ προσωπική, τόσο της Ελεάνας Γεωργούλη που την εμπνεύστηκε όσο και των υπολοίπων που την αντιλαμβάνονται και την εκφράζουν μαζί της επάνω στη σκηνή -και έξω από αυτήν. Αν κάποιος σταθεί ως ψυχρός παρατηρητής απέναντί της, θα μπορούσε να μιλήσει για αδυναμίες, όπως ας πούμε το πάντρεμα όλων αυτών των διαφορετικών εκφραστικών μέσων (χορός, τραγούδι, πρόζα, μονόλογοι, συμβολισμοί) που δείχνει ανισόβαρο ή το κείμενο που ορισμένες φορές ακούγεται επιτηδευμένο ή υπερβολικά επεξηγηματικό.
Επειδή όμως η "Άβυσσος" δεν απευθύνεται σε ψυχρούς παρατηρητές, τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία, εφόσον αφεθείς στα βάθη και στα σκοτάδια της. Η δυστοπία την οποία περιγράφει και θέτει ως χωροχρόνο είναι καταλυτικά συναρπαστική για να σε ρουφήξει στη φρίκη της, τα παιχνίδια με τον ήχο, τα σκηνικά αντικείμενα (Γιώργος Τρικκαλιώτης, Ελεάνα Γεωργούλη) και με τα φώτα (Karol Jarek) σε στροβιλίζουν σε έναν αέναο συναισθηματικό ίλιγγο, η μουσική (Θάνος Κοσμίδης) τονίζει και ορίζει τον παλμό της καρδιάς και ο ίδιος ο χώρος δείχνει σαν να αλλάζει μορφή και μέγεθος, ανοίγοντας κυριολεκτικά τις πόρτες του σε ένα άγνωστο εξωτερικό τοπίο. Και έπειτα είναι αυτοί οι έξι παθιασμένοι άνθρωποι όταν εισέρχονται στην "Άβυσσο" και έπειτα βυθίζονται στον εφιάλτη της, σε μια σωματική περφόρμανς πέραν κάθε αντοχής και οι οποίοι στέκουν μπροστά σου μαγικά αλλά και μαγεμένοι, όντως σαν πλάσματα από έναν κόσμο που τελείωσε, που λαχταρούν να ζήσουν χωρίς να ξέρουν πώς και που παλεύουν με τις αντοχές και τα όριά τους, σε μια λιτανεία έξω από το σώμα και συνάμα τραγικά σαρκική.
Παραισθησιογόνος μυσταγωγία, ουμανιστική απελπισία, διεστραμμένη εκδοχή του "Squid Game", Παζολίνι σε παροξυσμό και χορογραφημένος Όργουελ, η "Άβυσσος" θυμίζει πολλά αλλά και δεν αναφέρεται σε τίποτα, σαν κραυγή φτιαγμένη από μνήμες που μας τις έχουν σβήσει αλλά και πάλι αντηχούν στο αίμα που κυλάει στις παγωμένες φλέβες μας, σαν άρρηκτος δεσμός με το αλλοιωμένο από τoυς ανθρώπους DNA μας. Και κάπως έτσι, χάρη σε όλο αυτό το ξέσπασμα, εντελώς υποκειμενικά, ξεπέρασα με ευκολία όλα τα αντικειμενικά θεματάκια επί σκηνής και παραδόθηκα σε αυτή την ανίερη λειτουργία. Μάλιστα, σκεφτόμουν όσο βρισκόμουν στην "Άβυσσο" πως εάν ο κόσμος μας τελειώσει κάποτε, θα τελειώσει έτσι ακριβώς: χωρίς μνήμες, χωρίς μουσική (είναι τόσο όμορφη η αφήγηση κάποιου που βρίσκει ένα παλιό κασετόφωνο και ακούει για πρώτη φορά τραγούδι), χωρίς φαγητό και οξυγόνο, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς έρωτα, χωρίς άγγιγμα που δεν προκαλεί τον πόνο... Από την άλλη, αισθανόμουν και αισιόδοξος, αφού όσο υπάρχουν αφοσιωμένοι στη δημιουργική τρέλα και στη βαθύτατη ανάγκη τους για έκφραση άνθρωποι όσο οι ταξιδιώτες στη σκηνή του ΠΛΥΦΑ, τότε υπάρχει ακόμα ελπίδα για όλους μας.
ΠΛΥΦΑ - Κτήριο 7Γ
Παραστάσεις: Δευτέρα & Τρίτη στις 21:15.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου