One Battle After Another (2025) (IMAX)
Ελληνικός τίτλος: Μια Μάχη Μετά την Άλλη
Περιπέτεια της Warner σε σκηνοθεσία Πωλ Τόμας Άντερσον, με τους Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Σων Πεν, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Ρετζίνα Χωλ, Τεγιάνα Τέυλορ, Τσέης Ινφίνιτι.
Όταν ένας παλιός τους εχθρός εμφανίζεται ξανά μετά από 16 χρόνια, μια ομάδα από πρώην επαναστάτες επανασυνδέονται για να σώσουν την κόρη ενός από την ομάδα.
Και κάπως ξεκινά όχι απλά "Μια Μάχη Μετά την Άλλη" αλλά και η μια έκπληξη μετά την άλλη και ίσως μία από τις καλύτερες ταινίες της σαιζόν που μόλις άρχισε. Μυρίζει Όσκαρ η νέα ταινία του Πωλ Τόμας Άντερσον, ο οποίος μοιάζει να διαγράφει με μια μονοκονδυλιά το κινηματογραφικό ύφος με το οποίο μάς συστήθηκε και να εισβάλλει με θράσος, αυτοπεποίθηση και περίσσευμα ταλέντου στα χωράφια της αγνής, καθαρόαιμης κινηματογραφικής περιπέτειας. Ταινία δράσης είναι το "Μια Μάχη Μετά την Άλλη" και μάλιστα καταιγιστικής, αναπάντεχης και αδιάκοπης, που τσιτώνει τα όρια στα ηχεία του κινηματογράφου και φαντάζομαι τα νεύρα του μοντέρ, του Άντυ Γιούργκενσεν, που αναδεικνύεται σε μείζονα πρωταγωνιστή. Στα μαθήματα κινηματογραφικού ρυθμού, το μοντάζ του στην ταινία θα πρέπει να διδάσκεται σε ολόκληρο τρίμηνο.
Το αυτό θαυμάζεις με κάθε σου αίσθηση και ως προς τη μουσική του Τζόννυ Γκρήνγουντ, που επίσης πρωταγωνιστεί, συνοδεύοντας αδιάκοπα κάθε σεκάνς και ακολουθώντας με ακρίβεια δευτερολέπτου το μοντάζ και την ερμηνεία του κάθε ηθοποιού. Εγώ είμαι αυτός που συνήθως ενοχλείται από τη διαρκή παρουσία της μουσικής, όμως στο "Μια Μάχη Μετά την Άλλη" μοιάζει με αυτόνομο συμφωνικό έργο κάποιου παράφρονα συνθέτη σε ντελιριακό παροξυσμό, επί του οποίου πήγε και στήθηκε κάθε μέρος του φιλμ. Με την οθόνη να βρυχάται συνδυαστικά με τον άριστο σχεδιασμό ήχου και την αίθουσα να δονείται σύγκορμη, θαυμάζεις στην κυριολεξία κάθε ξεχωριστή τέχνη που συνδυάστηκε για να γεννήσει το συναρπαστικό αυτό σύνολο που σε βουτάει από το μαλλί από το πρώτο κιόλας καρέ και δεν σε αφήνει παρά στους τίτλους τέλους. Προσθέστε στο μεγαλείο αυτό τη VistaVision φωτογραφία του Μάικλ Μπάουμαν που αντιμετωπίζει την ταινία σαν παλιοκαιρισμένο γουέστερν των '70s και έρχεστε αντιμέτωποι με έναB Movie σε συσκευασία χολυγουντιανής υπερπαραγωγής που ξετυλίγει ακομπλεξάριστα την απλοϊκή φαινομενικά ιστορία του, ενόσω ξύνει πληγές, παίζει με τα όρια του καλού και του κακού και αφήνεται σε έναν αυτοσαρκασμό που όμως ποτέ δεν σε πετάει έξω από τη ροή και τη συναισθηματική σου εμπλοκή.
Κυριολεκτικά αγνώριστος ο Σων Πεν (μου πήρε τουλάχιστον κανένα πεντάλεπτο μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι έβλεπα εκείνον στην οθόνη), δανείζεται προφορά και εκφορά Συλβέστερ Σταλόνε για να αποδώσει τον εμμονικό -στα όρια της παραφροσύνης- Συνταγματάρχη Λόκτζω, χαρίζοντας στη βιβλιοθήκη του παγκόσμιου σινεμά έναν εμβληματικό κακό, έναντι του (καλό δεν τον λες) επαναστάτη, ακτιβιστή, αναρχικού Μπομπ του Λεονάρντο ΝτιΚάπριο που βρε παιδί μου είναι τόσο καλός ηθοποιός και τόσο μεταμορφωτικός σε ό,τι κι αν του δώσεις να κάνει, χωρίς ποτέ να χάνει την ταυτότητά του. Ο δε Μπενίσιο Ντελ Τόρο κατορθώνει να αναδειχθεί στην ήρεμη δύναμη της ταινίας, με ένα παίξιμο ειρωνικά αποστασιοποιημένο που κλείνει την πόρτα στην ασταμάτητη εισβολή της βίας. Μεγάλες μορφές οι δύο γυναίκες της ταινίας, η Τεγιάνα Τέυλορ και η Τσέης Ινφίνιτι, μαμά και κόρη αντίστοιχα, εξ αιτίας των οποίων προκαλείται όλο αυτό το μακελειό.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου