Gladiator II (2024) (IMAX)
Ελληνικός τίτλος: Μονομάχος ΙΙ
Δραματική περιπέτεια της Paramount σε σκηνοθεσία Ρίντλεϋ Σκοτ, με τους Πωλ Μέσκαλ, Ντένζελ Γουώσινγκτον, Κόννι Νίλσεν, Πέντρο Πασκάλ, Τζόζεφ Κουίν, Φρεντ Χέσιντζερ, Ντέρεκ Τζάκομπι.
Η πόλη του καταλύεται και η γυναίκα του σκοτώνεται από τις ρωμαϊκές λεγεώνες που επιτίθενται ανελέητα, με σκοπό να εντάξουν τη Νουμιδία στη "ρωμαϊκή ειρήνη" και ο νεαρός Άννων χάνει σε μια στιγμή ολόκληρη τη ζωή του. Σκλάβος πια, οδηγείται στη Ρώμη όπου καταλήγει μονομάχος στον στάβλο του φιλόδοξου Μαρκίνου, που βλέπει στον Άννωνα την ευκαιρία να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της αιώνιας πόλης. Ο Άννων, από την πλευρά του, δέχεται να βοηθήσει τον Μαρκίνα, έχοντας αποκλειστικά κατά νου να πάρει εκδίκηση από τον στρατηγό Ακάκιο, ο οποίος ηγείτο της επίθεσης στην πόλη του.
Εν μέσω της ευρύτερης χολυγουντιανής λειψυδρίας ως προς το μεγάλο θέαμα, δεν σας κρύβω ότι στέκομαι πάντοτε επιφυλακτικός απέναντι στα sequel που εμφανίζονται ως big events κάπου 25 χρόνια μετά την πρώτη ταινία. Δεν είναι παράλογο να υποψιαστεί κανείς πως ενδεχομένως να πρόκειται για "ευκολάκι" που γυρίστηκε με στόχο να ενεργοποιηθούν παλιοί και νέοι θεατές για να κοπούν γρήγορα εισιτήρια. Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις μου από την εποχή που ανακοινώθηκε ότι ο (πλήρως άνισος τα τελευταία χρόνια) Ρίντλεϋ Σκοτ ασχολείται με το δεύτερο μέρος του εμβληματικού από πολλές απόψεις "Μονομάχου". Βέβαια, η ιστορία έχει αποδείξει πως άλλες αντίστοιχες απόπειρες είχαν λόγο ύπαρξης και ουσία -το "Blade Runner 2049" είναι το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό. Εντάξει, δεν υπήρχε περίπτωση να μην δω τον δεύτερο "Μονομάχο", όμως δεν ήξερα τι να περιμένω, με εξαίρεση τον πολύ αγαπημένο και πολύ ταλαντούχο Πωλ Μέσκαλ, που ουδέποτε με έχει απογοητεύσει.
Ούτε ο "Μονομάχος ΙΙ" με απογοήτευσε, τελικά. Το αντίθετο, μάλιστα, καθώς έχουμε να κάνουμε με μια χορταστική, συγκινητική και γεμάτη ένταση ψευδοϊστορική περιπέτεια, στα χνάρια του μεγάλου Χόλυγουντ, του λαμπερού και του πλούσιου -όχι όμως και του μεγαλειώδους. Από το σενάριο λείπουν το μεγαλείο και η έμπνευση, καθώς ουσιαστικά αντιλαμβάνεσαι ότι παλεύει μεταξύ του sequel και του remake, με την ιστορία να επαναλαμβάνεται, σχεδόν η ίδια, αλλά με άλλα πρόσωπα. Εντάξει, το μείγμα των χαρακτήρων έχει ενδιαφέρον, αναμφισβήτητα, κι αυτό χάρη στην υποστήριξη που χαρίζουν στους ρόλους οι χαρισματικοί ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν. Ο Ντένζελ Γουώσινγκτον επιστρέφει στον παλιό, καλό του εαυτό, ως ο φιλόδοξος και χειριστικός Μαρκίνος, ο Πέντρο Πασκάλ διαχειρίζεται με μεγαλοπρέπεια και λιτότητα τον ευγενή στρατηγό Ακάκιο, ενώ ξεχωρίζουν ο Τζόζεφ Κουίν και ο Φρεντ Χέσιντζερ στους ρόλους των διαταραγμένων αυτοκρατόρων Γέτα και Καρακάλλα, αντίστοιχα. Όσο για τον Πωλ Μέσκαλ, δεν έχω να πω τίποτα περισσότερο από το ότι αυτό το παιδί έχει μια τέτοια χαρισματική δύναμη στο βλέμμα και στον τρόπο με την οποία διαχειρίζεται τη φωνή του, ώστε να μπορεί να λάμψει σε δράματα "δωματίου" αλλά και να ηγηθεί, όπως στην περίπτωσή μας, ενός μεγάλου, επικών διαστάσεων χολυγουντιανού δράματος.
Εδώ, όμως, είναι που έρχεται η αδυναμία του σεναρίου, όχι μόνο να ξεφύγει από την πεπατημένη της πρώτης ταινίας, αλλά και να ξεκαθαρίσει στον πυρήνα του ποιον θέλει για πρωταγωνιστή. Τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα, αφού η ταινία προάγει ως πρωταγωνιστές της τόσο τον Μαρκίνα του Ντένζελ Γουώσινγκτον όσο και τον Άννωνα του Πωλ Μέσκαλ, με τον δεύτερο να έχεις την αίσθηση πως άγεται και φέρεται από τις μηχανορραφίες του πρώτου ή -για να το πω πιο απλά- σαν η ταινία να ήθελε να δώσει βήμα στην ιστορία του Μαρκίνα, αλλά να μπήκε στον δρόμο ο Άννων ώστε να επιτευχθεί το δέσιμο με τον πρώτο "Μονομάχο" -διότι, σιγά το spoiler τώρα, ο Άννων είναι στην πραγματικότητα ο Λεύκιος, γιος του Ράσσελ -Μάξιμου- Κρόου. Δεν είναι τυχαίο που ακριβώς όταν γίνεται αυτή η άμεση και ξεκάθαρη σύνδεση με την πρώτη ταινία, ο "Μονομάχος ΙΙ" αποκτά έστω και προς το φινάλε το μεγαλείο που του έλειπε από την αρχή, έτσι όπως λειτουργεί συνειρμικά στο θυμικό όλο το συναίσθημα της σπουδαίας ιστορίας που μας είχε λειώσει το 2000. Μιλώντας για μεγαλείο, αυτό δεν λείπει σε επίπεδο παραγωγής, που πραγματικά εντυπωσιάζει με τα σκηνικά και τα κοστούμια και με τα οπτικά της εφφέ που αποδίδουν στη μεγάλη οθόνη μια ολοζώντανη Ρώμη και ένα ακόμη πιο ολοζώντανο Κολοσσαίο. Θα το ξαναπώ, για να το εμπεδώσουμε: πρόκειται για μια καλογυρισμένη, συναρπαστική και μεγάλη ταινία, απλά όχι μεγαλειώδη.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου