The Substance (2024)
Ελληνικός τίτλος: The Substance -Το Ελιξίριο της Νιότης
Ταινία τρόμου των MUBI/The Match Factory σε σκηνοθεσία Κοραλί Φαρζά, με τους Ντέμι Μουρ, Μάργκαρετ Κουέλυ, Ντένις Κουέηντ.
Ξεπεσμένη αλλά ακόμα κραταιά στα λαϊκά κοινά, η κάποτε βραβευμένη με Όσκαρ Ελίζαμπεθ Σπαρκλ, σήμερα παρουσιάζει με επιτυχία μια εκπομπή γυμναστικής στην τηλεόραση. Με την ομορφιά της ακόμα παρούσα αλλά θαμπή πλέον στα 50 της, η Ελίζαμπεθ μαθαίνει ανήμερα των γενεθλίων της πως την απολύουν, για να την αντικαταστήσουν με κάποιαν σαφώς πολύ νέα όπως αυτές που το κοινό ποθεί στα social. Παραδομένη στις σκέψεις της, μετά τη συνάντηση με τον κυνικά αηδιαστικό παραγωγό, διασχίζει τον δρόμο απρόσεχτα και πέφτει θύμα τροχαίου, ευτυχώς ασήμαντου. Στο νοσοκομείο, όμως, όπου μεταφέρθηκε για τις πρώτες βοήθειες, ένας νεαρός γιατρός τής δίνει ένα στικάκι με το προωθητικό βίντεο μιας ουσίας (που ονομάζεται ακριβώς έτσι, "Η Ουσία") υποσχόμενης κυριολεκτικά μια δεύτερη νιότη -ή για να κυριολεκτήσω, έναν δεύτερο νεότερο εαυτό, με τον οποίο θα μπορεί να ζει εναλλάξ, κάθε επτά ημέρες.
Ενδεχομένως θα έχετε διαβάσει ήδη πολλά προτού δείτε την ταινία (και κακώς θα τα έχετε διαβάσει), οπότε η απόφασή μου να μην μιλήσω λεπτομερέστερα για την υπόθεση πέραν της κεντρικής ιδέας μικρή σημασία έχει. Μολαταύτα, όσοι ΔΕΝ έχετε διαβάσει ακόμα τη λεπτομερή σύνοψη του "The Substance" καλό θα ήταν ούτε το πράξετε ούτε να αναζητάτε κριτικές ή σχόλια στα social media για να ψυλλιαστείτε περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Καλύτερα να πάτε και να βιώσετε όσο το δυνατόν ανεπηρέαστοι την εμπειρία που προσφέρει και να την αφήσετε να σας μουλιάσει στα ζωτικά της υγρά. Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, όμως, δηλώνω υπευθύνως τα κάτωθι:
Πρώτον, η ταινία δεν είναι για όλους, όχι μόνο υπό το πρίσμα ότι καμία ταινία δεν είναι για όλους έτσι κι αλλιώς, αλλά επειδή ως ταινία είδους απευθύνεται σε κοινό που είναι έτοιμο να δοκιμάσει τις αντοχές του. Πέραν των προφανών συμβολισμών και της κοινωνικής κριτικής και του μαύρου χιούμορ που τη διατρέχει, με ταινία τρόμου έχουμε να κάνουμε και μάλιστα από τις άγριες, που εισβάλλουν στη σάρκα αλλά και στην ψυχή, έτσι όπως κάποτε το έπραττε ο Κρόνενμπεργκ με το "Shivers" ή με το "Rabid". Οπότε, εάν η θεία σας που πολύ είχε συμπαθήσει τη Ντέμι Μουρ στον "Αόρατο Εραστή" αποφασίσει να πάει ξαφνικά να δει την ταινία και επιστρέψει έξαλλη λέγοντάς σας πως πρόκειται περί αηδίας, κρατήστε την "αηδία" στα υπ' όψιν (ώστε να μην έχετε φάει πριν πάτε σινεμά), αδιαφορήστε για την άποψη της θείας και βγάλτε εισιτήριο να τη δείτε.
Δεύτερον, η ταινία έφυγε με το βραβείο σεναρίου από τις Κάννες (όπου διεκδικούσε και τον Χρυσό Φοίνικα), γεγονός που σε πολλούς κριτικούς και θεατές προκάλεσε απορία ή/και αγανάκτηση. Κατ΄ αρχάς νόστιμο ξύδι για το φαγητό είναι μονάχα το ξύδι ΤΟΠ. Έτσι κι αλλιώς, η ταινία όφειλε να πάρει το βραβείο σεναρίου μόνο και μόνο για την εναρκτήρια time-lapse σεκάνς με το αστέρι της Ελίζαμπεθ Σπαρκλ στη Λεωφόρο της Δόξας στο Χόλυγουντ, από τη στιγμή που το τοποθετούν στο πεζοδρόμιο, μέχρι τις ημέρες μας που στέκει ραγισμένο, θολό, βρώμικο και με μόνους "επισκέπτες" τα πόδια των αδιάφορων περαστικών. Χωρίς λόγια, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, αυτό το μονοπλάνο περιγράφει ολόκληρη τη ζωή της ηρωίδας μας, μέχρι τη στιγμή που τη συναντάμε στην ταινία στο πλατώ της εκπομπής γυμναστικής, με τρόπο συγκλονιστικό, συγκινητικό και σπαρακτικό. Απόδειξη περίτρανη της δεινότητας του σεναρίου και των όσων υπέροχων ακολουθούν.
Η Κοραλίν Φαρζά το έχει και με τον τρόμο και με τις καταπιεσμένες, τρομαγμένες γυναίκες και με την οργή και με τη βία και με το μαύρο χιούμορ. Το είχαμε διαπιστώσει όλοι όσοι είχαμε τη χαρά να μουσκέψουμε από το αίμα των πρωταγωνιστών στο επίσης εξαιρετικό για το είδος του "Revenge". Διατηρώντας και στο "The Substance" την τριπλή ιδιότητα Σκηνοθέτιδας, Σεναριογράφου και Μοντέρ (μαζί και με τους τότε συνενόχους της Ζερόμ Ελταμπέ, και Μπρουνό Σαφάρ), η Φαρζά εισβάλλει με το γκροτέσκο, παραμορφωμένο σύμπαν της στο δικό μας και αφηγείται μια ιστορία αλλόκοτη μεν αλλά εξαιρετικά γνώριμη δε, αφού στον πυρήνα της συναντάμε τον σχολιασμό των social και των παραδοσιακών media, τα στερεότυπα ομορφιάς και νιότης, τη βαθιά, αρρωστημένη ανάγκη μας να αρέσουμε, αλλά πάνω απ' όλα την απέχθεια που επιφυλάσσουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτή είναι η σημαντικότερη παράμετρος ανάγνωσης της ταινίας κι ας φαίνεται πως στέκει σε όλα τα (προφανή) υπόλοιπα. Η Ελίζαμπεθ Σπαρκλ της υπέροχης και από κάθε άποψη εντός ρόλου Ντέμι Μουρ, δεν αποφασίζει να πειραματιστεί με το αδιανόητο απλά επειδή έχει γεράσει ή επειδή εξ αιτίας της ηλικίας της έχασε τη δουλειά της, αλλά πρωτίστως επειδή σιχαίνεται η ίδια τον εαυτό της. Κι αυτή η αηδία που νιώθει για την ίδια, μεταφέρεται αυτούσια και στη νεότερη εκδοχή της, η οποία με τη σειρά της τής την επιστρέφει πολλαπλάσια. Τα media και ο κόσμος του θεάματος στην ταινία δεν είναι τίποτα περισσότερο από την εικόνα που φτιάχνει ο καθένας μας για τον εαυτό του ώστε να την προβάλλει κάθε φορά σε κάθε αντίστοιχο επαγγελματικό ή/και κοινωνικό πλαίσιο. Μόνο που η εικόνα που πλάθουμε για εμάς, πολλές φορές συγκρούεται μετωπικά με τον αληθινό μας εαυτό, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να αηδιάζουμε από την ίδια μας την ύπαρξη. Κι αν με δικαιολογία τις ρυτίδες και την ανάγκη μας για "like" και "γουάου" στα social ή σε εφαρμογές "γνωριμιών" αποφασίσουμε να "ανανεώσουμε" τον εαυτό μας εξωτερικά, μέσα μας την ίδια αηδία νιώθουμε για εμάς, επειδή απλά, ό,τι κι αν συμβαίνει απ' έξω, στα βάθη μας παραμένουμε ίδιοι.
Αυτήν την αηδία για τον εαυτό της μεταφέρει στην οθόνη η Ντέμι Μουρ, σε έναν από τους ρόλους που θα σημαδέψουν την καριέρα της, καθώς προσπαθεί να την ισοσκελίσει με τον θαυμασμό των άλλων -όσο μεγαλύτερη η αηδία που μας προκαλεί η ύπαρξή μας, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη μας για επιβεβαίωση από τρίτους. Σε απόλυτη ερμηνευτική και ψυχολογική συνάρτηση η νεότερη εκδοχή της Ελίζαμπεθ, έτσι όπως την υποδύεται η ακατανόητα όμορφη και λαμπερή Μάργκαρετ Κουέλυ, την ίδια στιγμή που ο Ντένις Κουέηντ, στον ρόλο του παραγωγού, κάνει μια αξέχαστη εμφάνιση. Η φωτογραφία του Μπέντζαμιν Κράτσουν επιλέγει την εκτυφλωτική παλέτα του βίντεο, στερώντας ταυτόχρονα από την εικόνα το βάθος, πλάθοντας κάδρα επίπεδα σαν εξώφυλλα περιοδικών, επιτρέποντάς σου να δεις μόνο την επιφάνεια. Αυτή η εκτυφλωτική εικόνα παντρεύεται αρμονικά με την εκκωφαντική μουσική του Raffertie, που με μελωδίες αλλόκοσμες και beat που προκαλούν ταχυκαρδία μετατρέπουν την οθόνη σε άβυσσο έτοιμη να σε καταπιεί. Αξέχαστη μένει η φωνή του Γιαν Μπην, από το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της "Ουσίας". Το φινάλε είναι απλά ακραίο ως όφειλε, δεδομένου πως κάθε προσπάθεια εκλογίκευσης θα τίναζε το εγχείρημα στον αέρα. Και επειδή μάλλον δεν θα διαβάσετε τους τίτλους τέλους μέχρι τέλους, να σας πω χωρίς διάθεση spoiler πως η Κοραλί Φαρζά ευχαριστεί θερμά "τους θεατές στο αμφιθέατρο του στούντιο που μας επέτρεψαν να τους περιλούσουμε".

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου