Θέατρο - La Ronde Improvised (2025)


"La Ronde Improvised" του Άρθουρ Σνίτσλερ, μετάφραση-διασκευή: Χρίστος Γεωργίου, σκηνοθεσία-απόδοση: Θοδωρής Βουρνάς, πρωταγωνιστούν: Βιβιάννα Γιαννούτσου, Αλμάζα ΕλΜασρί, Στάθης Μητσιώνης, Θεόφιλος Σιδηρόπουλος.

Τέσσερις νέοι ηθοποιοί συναντιούνται για να προβάρουν ακόμα μία φορά το "Γαϊτανάκι του Έρωτα", του Άρθουρ Σνίτσλερ, προσπαθώντας να βρουν σημεία επαφής με το σήμερα αλλά και με το μέσα της ψυχής τους. Απρόθυμοι όλοι τους σχεδόν, νάρκισσοι και εγωπαθείς οι μισοί, αδιάφοροι και ενδεχομένως ανταγωνιστικοί οι άλλοι δύο, χάνονται μέσα στις λέξεις του κειμένου και το "εγώ" τους, κοντράροντας το πάθος του έργου με τη διαπροσωπική τους απέχθεια. Και κάπως έτσι, τα όρια του έργου και της πραγματικότητας θολώνουν διαρκώς όλο και περισσότερο, προκαλώντας μας να εντοπίσουμε πότε σταματά η σκηνοθεσία, πότε αρχίζει ο αυτοσχεδιασμός και πότε εκτιθέμεθα σε μια κατάφορη αλήθεια, καμουφλαρισμένη μέσα από την ίδια την παράσταση. 

Η θαυμάσια απόδοση του κειμένου στα Ελληνικά από τον Χρίστο Γεωργίου, μαζί με τη μεταφορά της δράσης στην Ελλάδα των eighties, παραπέμπουν στο πρόσφατο, ντελιριακό ανέβασμα του "La Ronde" από τον Θοδωρή Βουρνά, ο οποίος φαίνεται πως φέτος κλείνει τους λογαριασμούς του με το παρελθόν, προτού πάει για τα επόμενα. Όπως έπραξε και στις αρχές της σαιζόν με το "One More For  The Road 3", επισκέπτεται με κριτική αλλά και ανατρεπτική διάθεση το πρόσφατο θεατρικό του παρελθόν, αντιστρέφοντας το ύφος, οδηγώντας τις συνθήκες στα άκρα, τρολλάροντας τρόπον τινά τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά αναζητώντας την ουσία μέσα από ένα αθώο θεατρικό παιχνίδι. Το νέο "La Ronde", απογυμνωμένο πλήρως από οτιδήποτε άλλο πέραν του λόγου, προτάσσει τις λέξεις για να εντοπίσει αντιδράσεις, μιλάει για πάθος (άλλη λέξη κολλάει εδώ, όμως οφείλω να είμαι κόσμιος) αλλά υποδεικνύει αποστροφή και εξυμνεί τη σάρκα μα εν τέλει οι καθωσπρέπει κανόνες ηθικής του καθενός φρενάρουν ακόμα και ένα φευγαλέο άγγιγμα.

Είναι μέσα από όλη αυτή τη λιτότητα της ανάγνωσης (κυριολεκτικά) και τη φαινομενικά απλοϊκή προσέγγιση στη σκηνοθεσία που η ειρωνεία του Άρθουρ Σνίτσλερ για την υποκρισία της ηθικής και των διαπροσωπικών σχέσεων ακούγεται στη διαπασών. Εφόσον ο συγγραφέας μπορούσε να μιλήσει κατάμουτρα για σάρκα, πόθο και οργασμό το 1897, προσβάλλοντας κάθε ίχνος καθωσπρεπισμού της εποχής, δεν είναι κατάφορα ειρωνικό στη σημερινή, "προοδευτική" κοινωνία μας, ο λόγος του να σοκάρει και να προκαλεί αμηχανία στους ηθοποιούς που τον προβάρουν; Σαν αρνητικό είδωλο του τότε σε έναν καθρέφτη του τώρα, φαίνεται πως σήμερα πολύ περισσότερο μιλάμε για σεξ παρά το κάνουμε, έναντι των χρόνων του Σνίτσλερ, όταν μπορεί να μην τολμούσαν να το πουν αλλά έβγαζαν τα μάτια τους με την πρώτη ευκαιρία. 

Και κάπως έτσι, ο Θοδωρής Βουρνάς προτάσσει την αλήθεια του παρέα με την αλήθεια του κειμένου, αφήνοντας τα πάντα να κυλήσουν διασκεδαστικά απλά και επιφανειακά αυτοσχεδιαστικά, ενόσω στην πραγματικότητα έχει στήσει μια ωραιότατη, κρυφή παγίδα τόσο για τους ηθοποιούς του όσο και για το κοινό, εντός της οποίας αντιμετωπίζουν κατάματα τη δική τους αλήθεια, ακόμη και εν αγνοία τους. Υπό αυτό το πρίσμα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθείς τον θίασο επί σκηνής να ακολουθεί ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο μονοπάτι που οδηγεί από τη σκηνοθετημένη ερμηνεία στον σκηνοθετημένο αυτοσχεδιασμό και από εκεί στην απελευθέρωση του πραγματικού εσώτερου εαυτού του κάθε "ρόλου". Έχει γέλιο όλο αυτό (και μάλιστα πολύ) σε πρώτη ανάγνωση, όμως δεν παύει να αποκτά μια ψυχογραφική υπόσταση, έτσι όπως ξεγυμνώνει χαρακτήρες, σε ένα δυσδιάκριτο τοπίο θεάτρου και πραγματικότητας, καθώς ρόλοι και ηθοποιοί γίνονται ένα, αποδεικνύοντας πόσο διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι μεταξύ τους, ακόμα και εντός κοινού πλαισίου και ηλικίας. Ο δεμένος και ουσιαστικά ψυχαγωγικός θίασος των τεσσάρων δροσερών, πρωτοεμφανιζόμενων ηθοποιών, απολαμβάνει παιχνιδιάρικα τη μετρημένη σε τόνο και ρυθμό σκηνοθετική οδηγία, προβάλλοντας παράλληλα και στοιχεία προσωπικής ιδιοσυγκρασίας. Εισπράττεις το ταλέντο όλων τους και νιώθεις πως υπόσχονται πολλά.

Απολαυστική, με σκηνική άνεση και διακριτή χροιά φωνής, η "Βιβιάννα" (Γιαννούτσου) μοιάζει να μη θέλει να είναι εκεί, προφανώς επειδή είχε κάτι καλύτερο να κάνει, αλλά ο διασκεδαστικός ναρκισσισμός της την εξαναγκάζει να αποζητά διαρκώς την προσοχή, παλεύοντας ανταγωνιστικά με τη συμπρωταγωνίστριά της για την πρωτοκαθεδρία στην ερμηνεία αλλά και στην προτίμηση του αγοριού απέναντι. Με πρωτόλειο και έμφυτο ένστικτο κωμίκας, η "Αλμάζα" (ΕλΜασρί) σηκώνει το γάντι και ανταποκρίνεται με κέφι σε αυτή την παρτίδα για την πρωτιά, διεκδικώντας επίτηδες τις ίδιες σκηνές με τον ίδιο συμπρωταγωνιστή, τις οποίες έχει καταγράψει σε βίντεο για να της σπάσει τα νεύρα ακόμα περισσότερο. Εν τω μεταξύ, ο συμπρωταγωνιστής "Στάθης" (Μητσιώνης) δεν έχει καμία διάθεση να ασχοληθεί με καμία εκ των δύο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν γουστάρει αφόρητα και το ενδιαφέρον που προκαλεί. Παίζοντας με το βλέμμα, προσφέρει στον χαρακτήρα γοητεία, παρουσία και αυτοσαρκασμό. Ο μοναδικός εκ των τεσσάρων που δείχνει να καταλαβαίνει τι έχει πάει να κάνει εκεί είναι ο -παρακαλώ μην αγγίζετε έχω σχέση- "Θεόφιλος" (Σιδηρόπουλος), ειλικρινής, καθάριος και εξαίρετος στον τρόπο με τον οποίο μπαινοβγαίνει από τον ρόλο στον "ρόλο".



Theatre Nous-Creative Space

Παραστάσεις: Κυριακή στις 20:30 (μέχρι τις 2/2) 

Για περισσότερες κριτικές ταινιών, θεατρικών παραστάσεων, τηλεοπτικών σειρών και παρουσιάσεις κινηματογραφικών αιθουσών, ακολουθήστε μας στο Instagram.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Θέατρο - Το δέντρο που ματώνει (2026)

Θέατρο - Η Κατσαρίδα Κ. (2025)

Θέατρο - Επικίνδυνος Οίκτος (2026)