The Demon Barber of Fleet Street (1936) (Α/Μ)
Θρίλερ σε σκηνοθεσία Τζωρτζ Κινγκ, με τους Τοντ Σλώτερ, Στέλλα Ρο, Τζων Σίνγκερ, Ηβ Λίστερ, Μπρους Σέτον, Ντ. Τζ. Γουίλλιαμς.
Λονδίνο, 1836. Ο Σουήνυ Τοντ που έχει το κουρείο του στην οδό Φλητ, δίπλα στην προκυμαία, έχει βρει έναν έξτρα τρόπο να βγάζει το μεροκάματό του. Όταν υποψιαστεί πως κάποιος ταξιδιώτης ή ναυτικός που μόλις αποβιβάστηκε από το πλοίο του, κουβαλάει επάνω του έξτρα παραδάκι, τον προσκαλεί στο κατάστημά του για ξεχωριστή περιποίηση, η οποία περιλαμβάνει την ανατροπή της ειδικής καρέκλας που έχει κατασκευάσει και η οποία στέλνει όποιον κάθεται επάνω της να σκάσει με το κεφάλι κατ' ευθείαν στον υπόγειο. Εκεί, αναλαμβάνει να εξαφανίσει το άψυχο πτώμα η γειτόνισσα και άσπονδη φίλη του Τοντ, η φουρνάρισσα κ. Λόβατ που επισκέπτεται το υπόγειο του μπαρμπέρικου από το κρυφό τούνελ που συνδέει τα δύο μαγαζιά. Μόνο που η κ. Λόβετ ενοχλείται από το ότι ο Τοντ σουφρώνει τα θύματά του προτού τούς γκρεμοτσακίσει στο υπόγειο αφήνοντας ψίχουλα για εκείνη, όπως με ψίχουλα ανταποκρίνεται και στα αισθήματά της, καθώς ο Τοντ έχει βλέψεις για την κόρη ενός επιφανούς πλοιοκτήτη.
Τρίτη κινηματογραφική μεταφορά του εμβληματικού χαρακτήρα, ο οποίος πρωτοεμφανίσθηκε στη σειρά λαϊκών αναγνωσμάτων Penny Dreadful το 1846. Μολονότι φανταστικός ήρωας ο Σουήνυ Τοντ, η δύναμη του χαρακτήρα και το παράδοξο του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε τον μετέτρεψαν σχεδόν σε αστικό θρύλο, που κατέκτησε μια καίρια και διαχρονική θέση στο πάνθεον των κατά συρροή δολοφόνων. Το σινεμά, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορούσε να μείνει αδιάφορο απέναντι σε μια τέτοια ιδιάζουσα περίπτωση, οπότε φτάνουμε σε τούτην εδώ την εκδοχή του 1936 (είχαν προηγηθεί άλλες δύο ταινίες, μία μικρού μήκους το 1926 και μία μεγάλου το 1928), η οποία ήταν η πρώτη ομιλούσα. Για τον πρωταγωνιστικό ρόλο επελέγη ο Τοντ Σλώτερ, ηθοποιός διάσημος για ρόλους μανιακών και ψυχασθενών στα βρετανικά μελοδράματα -αφήστε δε και το απόλυτα ταιριαστό του επίθετο (Slaughter=Σφαγή). Μόνο που τόσο ο πρωταγωνιστής όσο και η τεχνική καινοτομία της φωνής αποτελούν και τα δύο βασικότερα προβλήματα της ταινίας. Άπειροι ακόμα τότε με τα μικρόφωνα και με την ηχογράφηση των διαλόγων, οι ηθοποιοί κατέφευγαν σε όλες τις θεατρικές τεχνικές και στις υπερβολές σε εκφράσεις και στόμφο που είχαν συνηθίσει από τη σκηνή. Έτσι, ο Σουήνυ Τοντ της ταινίας μας μοιάζει σαν να παίζει Σαίξπηρ υπό την επήρεια αναβολικών, ενώ στην ίδια υπερβολή κινούνται και οι ερμηνείες του υπόλοιπου καστ. Αυτό βέβαια, μολονότι προσδίδει στην ταινία μια αχρείαστη θεατρικότητα, δεν μειώνει τη φρίκη και την gothic ατμόσφαιρα του εφιάλτη, πρωτίστως μάλιστα χάρη στα ζοφερά και βαριά στην όψη σκηνικά που στήθηκαν στα πλατώ του Σέπερτον. Ως προς το είδος της, η ταινία μοιάζει να φλερτάρει περισσότερο με το μελόδραμα από τον τρόμο, ενδεχομένως για να αποφευχθούν και περαιτέρω θέματα με τη λογοκρισία, δεδομένου μάλιστα ότι και η αναφορά στην ανθρωποφαγία απλά αφήνεται να υπαινιχθεί φευγαλέα στο φινάλε. Ούτως ή άλλως, το βρετανικό σινεμά ασχολήθηκε σοβαρά με το θρίλερ κάποια χρόνια αργότερα, όταν η Hammer έγραψε τη δική τη ιστορία στο είδος.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου